Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Ισορροπίες


Πριν λλίον τζιαιρόν – μερικά χρόνια για τη ν ακρίβειαν πλέον - , τον τζιαιρόν που έκαμνα τες διαδρομές των αεροσυνοδών τζιαι των πιλόττων – τζιαι αγκωνίζουμουν τζιαι τα σύνδρομα τους σε κάποιον βαθμό – εδούλευκα ως τζιείνα που λαλούν trainer τζιαι facilitator αναλόγως της περίστασης.  Θωρώντας τωρά πίσω ήταν πουτ τα πράματα που εσυμβάλλαν πολλά στην εξέλιξη μου γιατί είχαν να κάμουν με συνεχήν παρατήρησην, με τες δυναμικές των ομάδων, δράσην, αντίδρασην, επίδρασην, οικοδόμηση συναίνεσης τζιαι πολλήν ανταλλαγήν.

Μεταξύ άλλων ήταν τζιείνον που λαλούν δικοινοτικές ομάδες, «πολυεθνικές», «πολυδιάστατες», ΛΟΑΤ, «πολυπολιτισμικές» τζιαι «σταυροφόρων» (αντι-φα, αντι-ρα, προ-πρόσφυγες/ μετανάστες κλπ). Κάποιες που τούτες τες περιπτώσεις εμείναν καρφωμένες μες το νου μου.

Η μια είσιεν να κάμει με δραστηριότηταν για την οικόδομησην ομάδας με ράφτινγκ. Επειδή εν είχα κανέναν ανταγωνισμόν, πέραν ίσως με τον εαυτό μου, έμεινα με την πιο «ετερόκλιτην» ομάδαν: διαφορετικά ύψη, βάρη, δεξιότητες, προσδοκίες, τζιαι ετζύλαν η βάρκα με αργοπορίαν. Μες τα άγρια τα νερά της άννοιξης, όπως εκατέβαιννεν ο ποταμός, εξεκινήσαν ούλλες οι βάρκες τζιαι αναποδογυρίζουνταν. Εκτός που τη δική μας – επαρακολουθούσαμεν τους άλλους που εμπλέαν ομπρός μας τζιαι ότι εκάμναν τζιαι αναποδογυρίζουνταν εν το επαναλαμβάνναμεν. Γιάλι-άλι τζιει που είμαστεν τελευταία, εκαταλήξαμεν να συνάουμεν τζιείνουν που εππέφταν τζιαι να γεμώννει η βάρκα. Τζιαι τζιαμέ, έθελεν δουλειάν. Για να μπορήσουμεν να συνάξουμεν που τα νερά όσους παραπάνω εγίνετουν, εβρίσκαμεν τον τρόπον να κάθουνται τζιαι να κινούνται τα σώματά τους στη φόρα του νερούν για να μεν ηξαναππέσουν τζιια να μεν αναποδογυριστεί τζιαι η δική μας η βάρκα. Τελικά, εκαταφέραμεν τα με διπλάσιον αριθμό που τζιείνον που εξεκινήσαμεν να τερματίσουμεν χωρίς να χαθεί κανένας, ούτε να κτυπήσει πας τους βράχους.

Η άλλη περίπτωση, ήταν το παρπάτημαν πας τα σιοινιά. Πάλε με ομάδες. Τα μέλη της κάθε ομάδας, είχαν να σκαρφαλλώσουν πας σε κάτι δεντρά σε ύψος περίπου 5-6 μέτρων, να παρπατήσουν σε σιοινί διμμένον μεταξύ δεντρών κραόντας που κάτι κάθετα σιοιννιά που εκρέμμουνταν ενδιάμεσα αλλά σε απόστασην μεταξύν τους ώστε να εν ανγακασμένον το πλάσμαν που επαρπάταν πας το σιοινί να παρπατήσει για λλίον χωρίς να κραεί πούποτε. Αρχικά εκάθουμουν πουκάτω τζιαι εθώρουν ψηλά, τα κρεμμασμένα σιοινιά. Εν ετόλμαν κανένας να κάμει το πρώτο βήμα για να βκει να σιοινοβατήσει. Η ώρα επαίρναν. Τελικά εσηκώστηκα πάνω. Εσκαρφάλλωσα πας το δεντρόν. Επάτησα πας το σιοινί. Εξεκίνησα τζιαι επαρπάτουν, θωρώντας μόνον απέναντι στο άλλον δεντρόν που ήταν η άλλη άκρα του σιοινιού. Όπως επαρπάτουν, έππεσα. Αιωρούμουν στο κενό, κραώντας με τα σιέρκα το σιοινί που πριν λλία δευτερόλεπτα ήταν που κάτω που τα πόδκια μου. Εκοίταξα κάτω: χώμα, χορταρούϊν, φλοιός. Εν εφαίνετουν να εν μακρυά. Εφαίνετουν παντές τζι’ αν εξαπόλουν το σιοινίν ήταν να πατήσω χαμέ. Τζιει που ούλλοι ήταν σιωπηλοί, εξεκινήσαν να μου φωνάζουν να φκω πας το σιοινί τζιαι να συνεχίσω. Να τελειώσω τη διαδρομήν που άρκεψα. «Μπόρεις να τα καταφέρεις. Αν τα καταφέρεις εσού, εννά φκούμεν τζιαι μεις». Που το πε-πε, επροσπάθησα να σκαρφαλλώσω πίσω στο σιοινί. Το δύσκολον, ήταν να καταφέρω να σταθώ – πόθθεν να κρατηθώ για να το κάμω; Στον αέρα. Μπορείς να κρατηθείς τζιαι που τον αέρα όσον παράξενον τζιαι αν φαντάζει.

Εν τζι’ εν εύκολο πράμαν η σιοινοβασία. Ούτε τζιαι το ράφτινγκ. Τζιαι στες δκυο περιπτώσεις το κλειδίν εν η ισορροπία – στον αέρα, στο νερό. Ένιωσα να χάννω την ισορροπίαν τελευταίως. Πάλε έππεσα που το «σιοινί». Τωρά εν εγιώ που έππεσα μες τον ποταμό που κατευθύνει με πας σ’ ένα βράχο. Βυθίζουμαι μες το «νερόν» τζιαι νομίζω ότι χάννουμαι. Πκιάννω βιβλίον να δκιαβάσω, κλείω το. Βάλλω να ακούσω μουσική – ακόμα τζιαι τζιείνα που τες τελευταίες ημέρες «εκρατήζαν» με - τζιαι σταματώ την. Ακόμα τζιαι η συνηθισμένη αποστείρωση που εγίνετουν που μόνη της παντές, εντελώς μηχανικά ούτε τζιαι έτσι εν γίνεται. Καμία προσπάθεια. Ούτε τα φκιόρα που εγέμωσα τους τόπους εβοηθήσαν.

Ούτε τ’ άστρα βοηθούν. Έσιει ακόμα επίδρασην η σούππερ πανσέληνος της περασμένης εβτομάδας. Πάει ανάδρομη η Αφροδίτη τζιαι συμβάλλει στες αναταραχές τζιαι εγιώ «βυθίζουμαι». Τζιαι πάω πίσω τζιαι προχωρώ μπροστά. Θωρώ πάνω τζιαι πέρα, κάτω τζιαι βαθκιά. Τζιαι «ακούω φωνές» (μεν φοηθείς συμπεθθερά μου, εν μεταφορικά που το λαλώ). Τζιαι αντιλαλούν οι ήχοι. Τζιαι έρκουνται ξανά οι εικόνες τζιαι ο Χρόνος. Τζιαι σταματώ τζιαι ξαναζιώ τα τζιαι κουντού με ταυτόχρονα να προχωρήσω. «Εννά’ ρτεις;», «Πιστεύκεις;»

Τζιαι τζιείνην ακριβώς την ώραν που λαλώ «κανεί, ένει μπόρω άλλον», νιώθω έναν «κουπί» να μου τζιείζει πας το σιέριν για να πιαστώ τζιαι ακούω τες φωνές «μπόρεις να τα καταφέρεις». Γυρίζω την τζιεφαλή προς τα πάνω τζιαι φκαίννω που το νερό τζιαι επιπλέω. Αλλόν έναν δει προς τα πάνω τζιαι κρέμμουμαι που το σιοινί. «Δε κάτω, να δεις που ήσουν. Δε πίσω, να δεις πόθθεν εξεκίνησες» ακούεται η φωνή η πουμέσα. Τωρά μπόρω να δω τζιαι κάτω. Μπόρω να δω τζιαι πίσω. Τζιαι ξέρω ότι μπόρω τζιαι να δω τζιαι να πάω μπροστά τζιαι πάνω. Εν η ώρα που πατώ πας το σιοινίν τζιαι ψιλοσούζεται ακόμα.

«Πιστεύκω, τζι’ έρκουμαι» λαλώ της άλλης άκρας του σιοινιού που εν διμμένη πας το απέναντι δεντρόν. «Καρτέρα λλίον, να ισορροπήσω πας το σιοινί». Εν μπόρω να πω: τζιαι ο βυθός τζιαι η αιώρηση εν πολλά ωραία. Όσον παράξενον τζι’ αν ακούεται διούν έναν αίσθημαν ασφάλειας, ότι μίσιη μου ξέρεις που εννά οδηγήσουν. Πελλάρες. Σαν τη σιοινοβασίαν τζιαι την εξισορρόπησην εν έσιει. Συνδυάζει τζιαι το βυθόν τζιαι την αιώρησην

Τούτη γυάλλενη σφαίρα, τωρά που εξεπλύθθειν τζιαι εφορτίστειν κάμνει χρυσές δουλειές. Πόσα να δω. Χαρτίν τζιαι καλαμάριν. Εν έσιει σταθμό ενδιάμεσον. Εν απευθείας η πτήση τούν’ τη στράταν. Τζι’ αν βρεθούν κενά αέρος, εν τζιαι τζιείνα μέρος της πορείας.

Έρκουμαι.

2 σχόλια:

Woofis είπε...

"έκαμνα τες διαδρομές των αεροσυνοδών τζιαι των πιλόττων".
Ε καλάν, η σκούπα σου που ήταν;

Αντζιελοσιασμένη Μάγισσα ....τζιαι της Σμύρνης ..τζιαι του Σάλεμ είπε...

Ταπαγούφη, εν τζιαι είπα ήνταλως τες έκαμνα! :) Μπορεί τζιαι να ήταν με τη σκούπα

Παρεπιπτόντως να σε ρωτήσω: Τη κοπελλούαν την νοστοπάντρευτην ετραβολοούσε την τζιαι τζιείνην στους εορτασμούς στα Δάλια;!